Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skite
01
κομπαστής, αλαζόνας
a person boastful, arrogant, or contemptible
Dialect
British
Informal
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skites
Παραδείγματα
She mocked the skite for acting superior.
Κορόιδεψε τον κομπαστή γιατί συμπεριφέρθηκε ανώτερα.
to skite
01
πίνω σαν σφουγγάρι, μεθώ
(Scottish) to drink a large amount of alcohol
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
skite
γ΄ ενικό πρόσωπο
skites
ενεστώτα μετοχή
skiting
απλός αόριστος
skited
παθητική μετοχή
skited
Παραδείγματα
We skited after the match to celebrate the win.
Πιούμε πολύ μετά τον αγώνα για να γιορτάσουμε τη νίκη.



























