Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skite
01
κομπαστής, αλαζόνας
a person boastful, arrogant, or contemptible
Dialect
British
ανεπίσημο
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skites
Παραδείγματα
That skite kept bragging about his car all night.
Αυτός ο καυχησιάρης συνέχιζε να καυχιέται για το αυτοκίνητό του όλη τη νύχτα.
to skite
01
πίνω σαν σφουγγάρι, μεθώ
(Scottish) to drink a large amount of alcohol
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
skite
γ΄ ενικό πρόσωπο
skites
ενεστώτα μετοχή
skiting
απλός αόριστος
skited
παθητική μετοχή
skited
Παραδείγματα
He went out last night to skite with his mates.
Βγήκε χθες το βράδυ για να μεθύσει με τους φίλους του.



























