Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skive
01
ξύνω, αποξύνω
to scrape or remove a thin layer from the surface of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
skive
γ΄ ενικό πρόσωπο
skives
ενεστώτα μετοχή
skiving
απλός αόριστος
skived
παθητική μετοχή
skived
Παραδείγματα
He skived the leather to make it thinner for the wallet.
Έξυσκε το δέρμα για να το κάνει πιο λεπτό για το πορτοφόλι.
02
κοπαναώ, κάνω κοπάνα
to avoid fulfilling a responsibility by staying away from work
Παραδείγματα
Some students tend to skive off classes by pretending to be sick or by skipping school altogether.
Μερικοί μαθητές τείνουν να κοπανούν τα μαθήματα προσποιούμενοι ότι είναι άρρωστοι ή παραλείποντας εντελώς το σχολείο.



























