Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
skittish
01
εύκολα τρομαγμένος, φοβιτσιάρης
(of a horse) easily scared by sudden movements or unfamiliar situations
Παραδείγματα
The stable staff knew the skittish pony needed extra care to adjust to the new environment.
Το προσωπικό του σταύλου ήξερε ότι το ευέξαπτο πόνι χρειαζόταν επιπλέον φροντίδα για να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον.
Λεξικό Δέντρο
skittishly
skittishness
skittish
skit



























