skittish
Pronunciation
/ˈskɪtɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "skittish"στα αγγλικά

01

εύκολα τρομαγμένος, φοβιτσιάρης

(of a horse) easily scared by sudden movements or unfamiliar situations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most skittish
συγκριτικός βαθμός
more skittish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The stable staff knew the skittish pony needed extra care to adjust to the new environment.
Το προσωπικό του σταύλου ήξερε ότι το ευέξαπτο πόνι χρειαζόταν επιπλέον φροντίδα για να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον.

Λεξικό Δέντρο

skittishly
skittishness
skittish
skit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store