Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spontaneous
01
αυθόρμητος, παρορμητικός
tending to act on impulse or in the moment
Παραδείγματα
His spontaneous decision to take a road trip meant he left without even packing a bag.
Η αυθόρμητη απόφασή του να κάνει ένα road trip σήμαινε ότι έφυγε χωρίς καν να ετοιμάσει μια τσάντα.
02
αυθόρμητος, φυσικός
done or happening naturally, without any prior thought or planning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most spontaneous
συγκριτικός βαθμός
more spontaneous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A spontaneous burst of laughter filled the room during the meeting.
Μια αυθόρμητη έκρηξη γέλιου γέμισε το δωμάτιο κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
Λεξικό Δέντρο
spontaneously
spontaneousness
spontaneous
spontane



























