Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spoiled
01
κακομαθημένος, χαλασμένος
(of a person) displaying a childish behavior due to being treated very well or having been given everything they desired in the past
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most spoiled
συγκριτικός βαθμός
more spoiled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Because she always got everything she wanted, she became a spoiled child who couldn't handle disappointment.
Επειδή πήγαινε πάντα ό,τι ήθελε, έγινε ένα κακομαθημένο παιδί που δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει την απογοήτευση.
02
χαλασμένος, αλλοιωμένος
(of food or drink) having gone bad or become unsuitable for consumption
Παραδείγματα
The milk smelled sour and was clearly spoiled.
Το γάλα μύριζε ξινό και ήταν σαφώς χαλασμένο.
Λεξικό Δέντρο
despoiled
unspoiled
spoiled
spoil



























