sparkling
spark
ˈspɑ:k
spaak
ling
lɪng
ling
sparringsparling

Ορισμός και σημασία του "sparkling"στα αγγλικά

01

λαμπερός, αστραφτερός

shining brightly with flashes of light 
sparkling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sparkling
συγκριτικός βαθμός
more sparkling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sparkling stars filled the night sky, creating a mesmerizing sight. 

Τα λαμπερά αστέρια γέμισαν τον νυχτερινό ουρανό, δημιουργώντας μια μαγευτική θέα.

02

αφρώδης, ανθρακούχος

(of drinks) containing bubbles or carbonation 
sparkling definition and meaning
Παραδείγματα
She enjoyed sipping sparkling water with a slice of lemon for a refreshing twist. 

Απολάμβανε να πίνει ανθρακούχο νερό με μια φέτα λεμονιού για μια δροσιστική πινελιά.

03

λαμπερός, ζωντανός

full of life and energy 
Παραδείγματα
Her sparkling personality made her the life of every party. 

Η λαμπερή της προσωπικότητα την έκανε την ψυχή κάθε πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store