Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sparkly
01
αστραφτερός, λαμπερός
glittering or shimmering in a playful and bright way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sparkliest
συγκριτικός βαθμός
sparklier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wore a sparkly dress that twinkled with every step she took on the dance floor.
Φορούσε ένα αστραφτερό φόρεμα που έλαμπε με κάθε βήμα που έκανε στο πάτωμα του χορού.
02
λαμπερός, ενθουσιώδης
energetic or full of enthusiasm
Παραδείγματα
Her sparkly personality lit up the room and made everyone feel welcome.
Η λαμπερή της προσωπικότητα φώτισε το δωμάτιο και έκανε όλους να νιώθουν ευπρόσδεκτοι.
Λεξικό Δέντρο
sparkly
sparkle



























