sparkly
spark
ˈspɑ:k
spaak
ly
li
li
starkly

Ορισμός και σημασία του "sparkly"στα αγγλικά

01

αστραφτερός, λαμπερός

glittering or shimmering in a playful and bright way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sparkliest
συγκριτικός βαθμός
sparklier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wore a sparkly dress that twinkled with every step she took on the dance floor. 

Φορούσε ένα αστραφτερό φόρεμα που έλαμπε με κάθε βήμα που έκανε στο πάτωμα του χορού.

02

λαμπερός, ενθουσιώδης

energetic or full of enthusiasm 
Παραδείγματα
Her sparkly personality lit up the room and made everyone feel welcome. 

Η λαμπερή της προσωπικότητα φώτισε το δωμάτιο και έκανε όλους να νιώθουν ευπρόσδεκτοι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store