sparkly
spark
ˈspɑrk
σπαρκ
ly
li
λι
/spˈɑːkli/

Ορισμός και σημασία του "sparkly"στα αγγλικά

01

αστραφτερός, λαμπερός

glittering or shimmering in a playful and bright way
Παραδείγματα
He admired the sparkly stars in the clear night sky, feeling a sense of wonder.
Θαύμασε τα λαμπερά αστέρια στον καθαρό νυχτερινό ουρανό, νιώθοντας μια αίσθηση θαυμασμού.
02

λαμπερός, ενθουσιώδης

energetic or full of enthusiasm
Παραδείγματα
The sparkly atmosphere at the concert made it unforgettable.
Η λαμπερή ατμόσφαιρα στη συναυλία την έκανε αξέχαστη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store