Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sparkly
01
αστραφτερός, λαμπερός
glittering or shimmering in a playful and bright way
Παραδείγματα
He admired the sparkly stars in the clear night sky, feeling a sense of wonder.
Θαύμασε τα λαμπερά αστέρια στον καθαρό νυχτερινό ουρανό, νιώθοντας μια αίσθηση θαυμασμού.
02
λαμπερός, ενθουσιώδης
energetic or full of enthusiasm
Παραδείγματα
The sparkly atmosphere at the concert made it unforgettable.
Η λαμπερή ατμόσφαιρα στη συναυλία την έκανε αξέχαστη.
Λεξικό Δέντρο
sparkly
sparkle



























