Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Span
01
άνοιγμα, γέφυρα
a structure that crosses an obstacle such as a river, canal, or railway
Παραδείγματα
The new span connects the two city districts.
Η νέα γέφυρα συνδέει τις δύο συνοικίες της πόλης.
02
ζεύγος, ζυγός
two items of the same kind, often paired together
Παραδείγματα
A span of oxen pulled the cart.
Ένα ζευγάρι βόδια τράβηξε το καρότσι.
03
διάρκεια, περίοδος
the total duration or extent of time something lasts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spans
Παραδείγματα
The project was completed within a span of three months.
Το έργο ολοκληρώθηκε σε διάστημα τριών μηνών.
04
απόσταση, έκταση
the distance, extent, or interval between two points
Παραδείγματα
The canyon's span was breathtaking.
Το εύρος του φαραγγιού ήταν συναρπαστικό.
05
άνοιγμα, διάσταση
the position of sitting or standing with the legs spread apart
Παραδείγματα
She rode the horse in a comfortable span.
Καβαλούσε το άλογο σε μια άνετη ανοίγμα.
06
άνοιγμα, απόσταση μεταξύ στηριγμάτων
the area between two supports, as in a bridge or arch
Παραδείγματα
The bridge has a central span of 50 meters.
Η γέφυρα έχει κεντρικό άνοιγμα 50 μέτρων.
07
σπιθαμή, παλάμη
a unit of length based on the width of an outstretched human hand
Παραδείγματα
The cloth measured two spans across.
Το ύφασμα είχε πλάτος δύο σπιθαμών.
to span
01
καλύπτω, διαρκώ
to cover or last the whole of a period of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
span
γ΄ ενικό πρόσωπο
spans
ενεστώτα μετοχή
spanning
απλός αόριστος
spanned
παθητική μετοχή
spanned
Παραδείγματα
Her career in the company spanned over three decades, from entry-level to executive.
Η καριέρα της στην εταιρεία κάλυψε περισσότερες από τρεις δεκαετίες, από το αρχικό επίπεδο έως το εκτελεστικό.



























