Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Span
01
άνοιγμα, γέφυρα
a structure that crosses an obstacle such as a river, canal, or railway
Παραδείγματα
Workers maintained the span regularly.
Οι εργάτες συντηρούσαν τακτικά το άνοιγμα.
02
ζεύγος, ζυγός
two items of the same kind, often paired together
Παραδείγματα
The painter worked with a span of brushes.
Ο ζωγράφος δούλευε με ένα ζευγάρι πινέλων.
03
διάρκεια, περίοδος
the total duration or extent of time something lasts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spans
Παραδείγματα
The span of the lecture was just over an hour.
Η διάρκεια της διάλεξης ήταν λίγο πάνω από μία ώρα.
04
απόσταση, έκταση
the distance, extent, or interval between two points
Παραδείγματα
He measured the span of the room with a tape.
Μέτρησε το άνοιγμα του δωματίου με μια μεζούρα.
05
άνοιγμα, διάσταση
the position of sitting or standing with the legs spread apart
Παραδείγματα
The exercise involved a span stance.
Η άσκηση περιλάμβανε μια ανοιχτή στάση.
06
άνοιγμα, απόσταση μεταξύ στηριγμάτων
the area between two supports, as in a bridge or arch
Παραδείγματα
The span cracked under heavy load.
Το άνοιγμα ράγισε κάτω από βαρύ φορτίο.
07
σπιθαμή, παλάμη
a unit of length based on the width of an outstretched human hand
Παραδείγματα
The span is roughly 20–25 centimeters.
Το άνοιγμα είναι περίπου 20–25 εκατοστά.
to span
01
καλύπτω, διαρκώ
to cover or last the whole of a period of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
span
γ΄ ενικό πρόσωπο
spans
ενεστώτα μετοχή
spanning
απλός αόριστος
spanned
παθητική μετοχή
spanned
Παραδείγματα
The conference will span five days, with different workshops and sessions scheduled throughout.
Η διάσκεψη θα διαρκέσει πέντε ημέρες, με διάφορα εργαστήρια και συνεδρίες που έχουν προγραμματιστεί καθ' όλη τη διάρκεια.



























