Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spacious
01
ευρύχωρος, ανοιχτός
(of a room, house, etc.) large with a lot of space inside
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most spacious
συγκριτικός βαθμός
more spacious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The spacious living room had high ceilings and ample natural light.
Το ευρύχωρο σαλόνι είχε ψηλές οροφές και άφθονο φυσικό φως.
02
ευρύχωρος, εκτεταμένος
grand and wast in scale, scope, or extent
Παραδείγματα
Moving to the city offered them a more spacious and stimulating existence than life on the farm.
Η μετακόμιση στην πόλη τους προσέφερε μια πιο ευρύχωρη και διεγερτική ύπαρξη από τη ζωή στο αγρόκτημα.



























