Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spacious
01
ευρύχωρος, ανοιχτός
(of a room, house, etc.) large with a lot of space inside
Παραδείγματα
The conference room was spacious, able to host meetings with large groups of people.
Η αίθουσα συνεδριάσεων ήταν ευρύχωρη, ικανή να φιλοξενήσει συναντήσεις με μεγάλες ομάδες ανθρώπων.
02
ευρύχωρος, εκτεταμένος
grand and wast in scale, scope, or extent
Παραδείγματα
Under the spacious skies of the countryside, she felt a sense of freedom and tranquility.
Κάτω από τους ευρείς ουρανούς της ύπαιθρου, ένιωσε μια αίσθηση ελευθερίας και γαλήνης.
Λεξικό Δέντρο
spaciously
spaciousness
spacious
space



























