capacious
ca
pa
ˈpeɪ
pei
cious
ʃəs
shēs
captiouscapricious

Ορισμός και σημασία του "capacious"στα αγγλικά

01

ευρύχωρος, απέραντος

able to hold a large quantity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most capacious
συγκριτικός βαθμός
more capacious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The capacious living room easily accommodated the large gathering of guests. 

Το ευρύχωρο σαλόνι φιλοξένησε εύκολα τη μεγάλη συγκέντρωση επισκεπτών.

Λεξικό Δέντρο

capaciousness
capacious
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store