capacious
Pronunciation
/kəˈpeɪʃəs/

Ορισμός και σημασία του "capacious"στα αγγλικά

01

ευρύχωρος, απέραντος

able to hold a large quantity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most capacious
συγκριτικός βαθμός
more capacious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The library ’s capacious shelves were filled with books from floor to ceiling.
Οι ευρύχωροι ράφια της βιβλιοθήκης ήταν γεμάτα βιβλία από το πάτωμα μέχρι την οροφή.

Λεξικό Δέντρο

capaciousness
capacious
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store