Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sourness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The sourness of the vinegar made the salad dressing taste more robust.
Η ξινίλα του ξιδιού έκανε τη σάλτσα της σαλάτας να έχει πιο πλούσια γεύση.
02
πικρία, δυσαρέσκεια
a sullen moody resentful disposition
03
ξινίλα, οξύτητα
the sharp or tangy flavor often associated with acidic or tart substances
Παραδείγματα
The sourness of the lemonade made it a refreshing summer drink.
Η ξινίλα της λεμονάδας την έκανε ένα δροσιστικό καλοκαιρινό ποτό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sourness
sour



























