Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tartness
01
ξινίλα, αψίδα
a sharp sour taste
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tartnesses
02
δριμύτητα, πικρία
a rough and bitter manner
Λεξικό Δέντρο
tartness
tart



























