Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soundly
01
στερεά, γερά
in a way that is secure and firm
Παραδείγματα
The building was constructed soundly, with no structural weaknesses.
Το κτίριο κατασκευάστηκε στερεά, χωρίς δομικές αδυναμίες.
02
βαθιά, ήρεμα
with complete strength, effectiveness, or depth
Παραδείγματα
They were soundly beaten in the final match.
Ήταν εντελώς ηττημένοι στον τελικό αγώνα.
Παραδείγματα
The exhausted student finally slept soundly after finishing exams.
Ο εξαντλημένος φοιτητής τελικά κοιμήθηκε βαθιά μετά το τέλος των εξετάσεων.
Λεξικό Δέντρο
soundly
sound



























