sorely
sore
ˈsɔ:
saw
ly
li
li
solelysurely

Ορισμός και σημασία του "sorely"στα αγγλικά

01

πικρά, οδυνηρά

in a way that causes emotional or physical pain 

painfully

γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She would sorely miss her grandmother's daily calls. 

Θα πόναγε πολύ για τις καθημερινές κλήσεις της γιαγιάς της.

02

πολύ, απολύτως

to a very great or urgent extent 
Παραδείγματα
The team is sorely lacking in experienced players. 

Η ομάδα σοβαρά στερείται έμπειρων παικτών.

Λεξικό Δέντρο

sorely
sore
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store