soft-witted
soft
sɒftwɪtɪd
softvitid
witted

Ορισμός και σημασία του "soft-witted"στα αγγλικά

soft-witted
01

αργόστροφος, όχι πολύ έξυπνος

not very sharp or quick-witted 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most soft-witted
συγκριτικός βαθμός
more soft-witted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His soft-witted responses in the meeting made it clear he hadn’t grasped the main points. 

Οι αργόστροφες απαντήσεις του στη συνάντηση έκαναν ξεκάθαρο ότι δεν είχε καταλάβει τα κύρια σημεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store