Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soft-witted
01
αργόστροφος, όχι πολύ έξυπνος
not very sharp or quick-witted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most soft-witted
συγκριτικός βαθμός
more soft-witted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His soft-witted responses in the meeting made it clear he hadn’t grasped the main points.
Οι αργόστροφες απαντήσεις του στη συνάντηση έκαναν ξεκάθαρο ότι δεν είχε καταλάβει τα κύρια σημεία.



























