Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to belch
01
ρευγώ, εκλύω αέρα από το στόμα
to expel gas audibly from the stomach through the mouth
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
belch
γ΄ ενικό πρόσωπο
belches
ενεστώτα μετοχή
belching
απλός αόριστος
belched
παθητική μετοχή
belched
Παραδείγματα
Excuse me, I need to belch; the carbonated drink caused some gas.
Συγγνώμη, πρέπει να ρεύσω; το ανθρακούχο ποτό προκάλεσε κάποιο αέριο.
02
εκλύω, εκσφενδονίζω
to erupt or explode with a sudden, forceful release
Transitive: to belch gas or particle
Παραδείγματα
The machine belched steam as it powered up, signaling the start of production.
Η μηχανή έβηξε ατμό καθώς ενεργοποιούνταν, σηματοδοτώντας την έναρξη της παραγωγής.
Belch
01
ρεύμα, ερεύση
a reflex that expels gas noisily from the stomach through the mouth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
belches
Λεξικό Δέντρο
belching
belch



























