slippery
Pronunciation
/ˈsɫɪpɝi/, /ˈsɫɪpɹi/

Ορισμός και σημασία του "slippery"στα αγγλικά

01

γλιστερός, ολισθηρός

difficult to hold or move on because of being smooth, greasy, wet, etc.
slippery definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
slipperiest
συγκριτικός βαθμός
slipperier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lotion-covered bottle was slippery to hold, slipping from her grasp and spilling its contents.
Το μπουκάλι που ήταν καλυμμένο με λοσιόν ήταν ολισθηρό να κρατηθεί, γλίστρησε από το χέρι της και χύθηκε το περιεχόμενό του.
02

γλιστερός, αναξιόπιστος

(of a person) difficult to trust or deal with
Παραδείγματα
Despite his charming demeanor, his slippery behavior made her wary of trusting him.
Παρά την γοητευτική του συμπεριφορά, η ολισθηρή του συμπεριφορά την έκανε να είναι επιφυλακτική στην εμπιστοσύνη της προς αυτόν.
03

ασαφής, διφορούμενος

leading to confusion or uncertainty
Παραδείγματα
The slippery nature of the agreement left both parties with differing expectations.
Η ολισθηρή φύση της συμφωνίας άφησε και τα δύο μέρη με διαφορετικές προσδοκίες.

Λεξικό Δέντρο

nonslippery
slipperiness
slippery
slipper
slip
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store