slippery
sli
ˈslɪ
sli
ppe
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "slippery"στα αγγλικά

01

γλιστερός, ολισθηρός

difficult to hold or move on because of being smooth, greasy, wet, etc. 
slippery definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
slipperiest
συγκριτικός βαθμός
slipperier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fish was slippery to hold as it wriggled in his grasp, making it challenging to keep a hold of. 

Το ψάρι ήταν γλιστερό να κρατήσεις καθώς στριφογυρνούσε στην παλάμη του, κάνοντας δύσκολο να το κρατήσεις.

02

γλιστερός, αναξιόπιστος

(of a person) difficult to trust or deal with 
Παραδείγματα
She found him to be a slippery character who always changed his story. 

Τον βρήκε να είναι ένα ολισθηρό πρόσωπο που άλλαζε πάντα την ιστορία του.

03

ασαφής, διφορούμενος

leading to confusion or uncertainty 
Παραδείγματα
The instructions for the project were slippery, leaving the team unsure of how to proceed. 

Οι οδηγίες για το έργο ήταν ολισθηρές, αφήνοντας την ομάδα αβέβαιη για το πώς να προχωρήσει.

Λεξικό Δέντρο

nonslippery
slipperiness
slippery
slipper
slip
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store