sizable
si
ˈsaɪ
sai
za
ble
bəl
bēl
advisablesurmisablerealizableunadvisable
sizeable

Ορισμός και σημασία του "sizable"στα αγγλικά

01

σημαντικός, μεγάλος

having a relatively large size 
sizable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sizable
συγκριτικός βαθμός
more sizable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He carried a sizable backpack filled with camping gear for their weekend trip. 

Κουβαλούσε ένα μεγάλο σακίδιο γεμάτο με εξοπλισμό κατασκήνωσης για το ταξίδι τους το σαββατοκύριακο.

02

σημαντικός, μεγάλος

quite large in amount or degree 
Παραδείγματα
The company received a sizable donation that greatly helped their new project. 

Η εταιρεία έλαβε μια σημαντική δωρεά που βοήθησε πολύ το νέο της έργο.

Λεξικό Δέντρο

sizable
size
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store