Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sigh
01
αναστενάζω, εκπέμπω ένα αναστεναγμό
to release a long deep audible breath, to express one's sadness, tiredness, etc.
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sigh
γ΄ ενικό πρόσωπο
sighs
ενεστώτα μετοχή
sighing
απλός αόριστος
sighed
παθητική μετοχή
sighed
Παραδείγματα
As he watched the sunset, he sighed, feeling a sense of peace and satisfaction.
Καθώς παρακολουθούσε το ηλιοβασίλεμα, αναστέναξε, νιώθοντας μια αίσθηση ειρήνης και ικανοποίησης.
02
αναστενάζω, εκπέμπω αναστεναγμό
to express or convey emotions, such as relief, sadness, or contentment, by releasing a deep audible breath
Transitive: to sigh an emotion
Παραδείγματα
Overwhelmed by exhaustion, she sighed her resignation to the long day ahead.
Κουρασμένη, αναστέναξε παραδεχόμενη την παραίτησή της για τη μακρά μέρα που την περίμενε.
Sigh
01
αναστεναγμός, εκπνοή
an utterance produced by exhaling audibly, often expressing emotion such as relief, sadness, or fatigue
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sighs
Παραδείγματα
She let out a sigh of relief after the exam.
Έβγαλε ένα αναστεναγμό ανακούφισης μετά τις εξετάσεις.
02
αναστεναγμός, πνοή
a sound resembling the exhalation of a person sighing
Παραδείγματα
The sigh of the wind through the mountains was eerie.
Ο αναστεναγμός του ανέμου μέσα από τα βουνά ήταν αλλόκοτος.



























