Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shrewd
01
έξυπνος, οξυδερκής
having or showing good judgement, especially in business or politics
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
shrewdest
συγκριτικός βαθμός
shrewder
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The shrewd businessman knew when to invest and when to hold back, ensuring steady growth for his company.
Ο πανούργος επιχειρηματίας ήξερε πότε να επενδύσει και πότε να συγκρατηθεί, διασφαλίζοντας σταθερή ανάπτυξη για την εταιρεία του.
02
διαπεραστικός, κοφτερός
(of weather) sharply cold
παρωχημένο
Παραδείγματα
The shrewd wind cut through his coat as he walked along the pier.
Ο διαπεραστικός άνεμος διέσχισε το παλτό του καθώς περπατούσε κατά μήκος της προβλήτας.



























