Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shrew
01
μυγαλή, αγριοποντίκι
a small nocturnal mammal with long snout and tiny eyes, which feeds on insects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shrews
02
ξενοδόχος, στρίγκλα
a woman regarded as nagging, ill-tempered, or aggressive
ανεπίσημο
προσβλητικό
Παραδείγματα
Don't listen to that shrew complaining nonstop.
Μην ακούς εκείνη την στρίγγλα που παραπονιέται ασταμάτητα.



























