Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shriek
01
τσίριγμα, ουρλιαχτό
a sudden, high-pitched cry or scream that is sharp and piercing in nature
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shrieks
Παραδείγματα
She let out a shriek when she saw the spider on her bed.
Έβγαλε μια κραυγή όταν είδε την αράχνη στο κρεβάτι της.
to shriek
01
σκούζω, ουρλιάζω
to produce a loud, high-pitched sound, often due to fear, surprise, or excitement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shriek
γ΄ ενικό πρόσωπο
shrieks
ενεστώτα μετοχή
shrieking
απλός αόριστος
shrieked
παθητική μετοχή
shrieked
Παραδείγματα
She shrieked when the mouse ran across the floor.
Αυτή φώναξε όταν το ποντίκι έτρεξε πάνω στο πάτωμα.



























