shrek
shrek
ʃrɛk
shrek
shriek

Ορισμός και σημασία του "shrek"στα αγγλικά

01

τέρας, φρίκη

a person considered ugly, monstrous, or repulsive 
shrek definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shreks
Παραδείγματα
That shrek scared everyone at the party. 

Ο Σρεκ τρόμαξε όλους στο πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store