sham
sham
ʃæm
shām
shawm
shammed

Ορισμός και σημασία του "sham"στα αγγλικά

01

απάτη, εξαπάτηση

a thing that is falsely presented as something it is not 
sham definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shams
Παραδείγματα
The "luxury" apartment building turned out to be a sham, with cheap materials and poor construction. 

Το « πολυτελές » κτίριο διαμερισμάτων αποδείχθηκε απάτη, με φθηνά υλικά και κακή κατασκευή.

02

απατεώνας, ψεύτης

a person pretending to be something they are not, often to deceive others 
Παραδείγματα
He was exposed as a sham after lying about his qualifications. 

Αποκαλύφθηκε ως απατεώνας αφού είπε ψέματα για τα προσόντα του.

03

προσποίηση, απάτη

a form of deception or pretense meant to mislead others 
Παραδείγματα
She had no patience for sham, valuing authenticity above all else. 

Δεν είχε καμία υπομονή για προσποίηση, εκτιμώντας την αυθεντικότητα πάνω από όλα.

to sham
01

προσποιούμαι, πλασματοποιώ

to pretend or falsely present something in order to deceive 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sham
γ΄ ενικό πρόσωπο
shams
ενεστώτα μετοχή
shamming
απλός αόριστος
shammed
παθητική μετοχή
shammed
Παραδείγματα
He shammed his expertise in the subject during the interview. 

Προσποιήθηκε την εξειδικευμένη γνώση του στο θέμα κατά τη διάρκεια της συνέντευξης.

01

ψεύτικος, πλαστός

fake and intended to deceive or mislead others 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sham
συγκριτικός βαθμός
more sham
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sham marriage was entered into solely for immigration purposes. 

Ο ψεύτικος γάμος έγινε αποκλειστικά για σκοπούς μετανάστευσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store