Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sham
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shams
Παραδείγματα
The "luxury" apartment building turned out to be a sham, with cheap materials and poor construction.
Το « πολυτελές » κτίριο διαμερισμάτων αποδείχθηκε απάτη, με φθηνά υλικά και κακή κατασκευή.
Παραδείγματα
He was exposed as a sham after lying about his qualifications.
Αποκαλύφθηκε ως απατεώνας αφού είπε ψέματα για τα προσόντα του.
to sham
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sham
γ΄ ενικό πρόσωπο
shams
ενεστώτα μετοχή
shamming
απλός αόριστος
shammed
παθητική μετοχή
shammed
Παραδείγματα
He shammed his expertise in the subject during the interview.
Προσποιήθηκε την εξειδικευμένη γνώση του στο θέμα κατά τη διάρκεια της συνέντευξης.
sham
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sham
συγκριτικός βαθμός
more sham
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sham marriage was entered into solely for immigration purposes.
Ο ψεύτικος γάμος έγινε αποκλειστικά για σκοπούς μετανάστευσης.



























