Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shadowy
01
σκοτεινός, σκιασμένος
dimly lit or obscured by shadows, often creating an atmosphere of mystery or uncertainty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
shadowiest
συγκριτικός βαθμός
shadowier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The shadowy alley was dimly lit by a single flickering streetlamp.
Το σκιασμένο σοκάκι φωτιζόταν αμυδρά από έναν μόνο τρεμοσβήνοντα φανό δρόμου.
Παραδείγματα
The detective followed the shadowy figure through the foggy streets.
Ο ντετέκτιβ ακολούθησε την ασαφή φιγούρα μέσα από τις ομιχλώδεις οδούς.
Λεξικό Δέντρο
shadowiness
shadowy
shadow



























