Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shadowy
01
σκοτεινός, σκιασμένος
dimly lit or obscured by shadows, often creating an atmosphere of mystery or uncertainty
Παραδείγματα
The shadowy room was illuminated only by the glow of a distant candle.
Το σκιασμένο δωμάτιο φωτίζονταν μόνο από τη λάμψη ενός μακρινού κεριού.
Παραδείγματα
The movie featured a shadowy figure that haunted the protagonist ’s dreams.
Η ταινία παρουσίαζε μια σκοτεινή φιγούρα που στοίχειωνε τα όνειρα του πρωταγωνιστή.
Λεξικό Δέντρο
shadowiness
shadowy
shadow



























