sexually
sex
ˈsɛk
sek
ua
sjuə
syooē
lly
li
li
seriallysensually

Ορισμός και σημασία του "sexually"στα αγγλικά

01

σεξουαλικά, με τρόπο που σχετίζεται με το σεξ

in a way that involves or is related to the activity of sex 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
They discussed sexually transmitted infections during the health class. 

Συζήτησαν τις σεξουαλικά μεταδιδόμενες λοιμώξεις κατά τη διάρκεια του μαθήματος υγείας.

02

σεξουαλικά, από την άποψη του φύλου

with regard to gender or sexual characteristics 
Παραδείγματα
Individuals should be treated equally, regardless of their sexually identifying characteristics. 

Τα άτομα πρέπει να αντιμετωπίζονται με ίσα μέτρα, ανεξάρτητα από τα σεξουαλικά τους χαρακτηριστικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store