sexually
se
ˈsɛ
σε
xua
kʃuə
κσουα
lly
li
λι
British pronunciation
/sˈɛkʃuːə‍li/

Ορισμός και σημασία του "sexually"στα αγγλικά

01

σεξουαλικά, με τρόπο που σχετίζεται με το σεξ

in a way that involves or is related to the activity of sex
example
Παραδείγματα
Certain plants reproduce sexually through pollination.
Ορισμένα φυτά αναπαράγονται σεξουαλικά μέσω της επικονίασης.
02

σεξουαλικά, από την άποψη του φύλου

with regard to gender or sexual characteristics
example
Παραδείγματα
Advocacy groups work to address issues of sexually based inequality.
Οι ομάδες υποστήριξης εργάζονται για την αντιμετώπιση θεμάτων σεξουαλικής ανισότητας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store