Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sexually
01
σεξουαλικά, με τρόπο που σχετίζεται με το σεξ
in a way that involves or is related to the activity of sex
Παραδείγματα
Certain plants reproduce sexually through pollination.
Ορισμένα φυτά αναπαράγονται σεξουαλικά μέσω της επικονίασης.
02
σεξουαλικά, από την άποψη του φύλου
with regard to gender or sexual characteristics
Παραδείγματα
Advocacy groups work to address issues of sexually based inequality.
Οι ομάδες υποστήριξης εργάζονται για την αντιμετώπιση θεμάτων σεξουαλικής ανισότητας.
Λεξικό Δέντρο
sexually
sexual
sexu



























