Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sexual
01
σεξουαλικός, ερωτικός
involving or related to the physical activity of sex
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
biology, behavior, relationships
Παραδείγματα
The sexual tension between the characters heightened the drama of the film.
Η σεξουαλική ένταση μεταξύ των χαρακτήρων ενίσχυσε το δράμα της ταινίας.
02
σεξουαλικός, σχετικός με το φύλο
of or relating to or characterized by sexuality
03
σεξουαλικός, φυλετικός
involved in a sexual relationship
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
asexual
bisexual
nonsexual
sexual
sexu



























