Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sexual
01
σεξουαλικός, ερωτικός
involving or related to the physical activity of sex
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Emily sought therapy to address past experiences of sexual trauma.
Η Έμιλι ζήτησε θεραπεία για να αντιμετωπίσει προηγούμενες εμπειρίες σεξουαλικού τραύματος.
02
σεξουαλικός, σχετικός με το φύλο
of or relating to or characterized by sexuality
03
σεξουαλικός, φυλετικός
involved in a sexual relationship
Λεξικό Δέντρο
asexual
bisexual
nonsexual
sexual
sexu



























