Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
senseless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most senseless
συγκριτικός βαθμός
more senseless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His senseless decision to quit his job without having another one lined up left him struggling financially.
Η ανούσια απόφασή του να παραιτηθεί από τη δουλειά του χωρίς να έχει άλλη έτοιμη τον άφησε να αγωνίζεται οικονομικά.
02
αναίσθητος, λιπόθυμος
(of a person) unconscious or in a state of not responding, typically from a blow or injury
Παραδείγματα
He lay senseless on the ground after the sudden fall.
Κείτονταν αναίσθητος στο έδαφος μετά την ξαφνική πτώση.
Λεξικό Δέντρο
senselessly
senselessness
senseless
sense



























