Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
senseless
Παραδείγματα
The senseless disregard for safety regulations resulted in a preventable accident that claimed several lives.
Η ανούσια αδιαφορία για τους κανονισμούς ασφαλείας οδήγησε σε ένα αναπόφευκτο ατύχημα που κόστισε πολλές ζωές.
02
αναίσθητος, λιπόθυμος
(of a person) unconscious or in a state of not responding, typically from a blow or injury
Παραδείγματα
He was knocked senseless and did n't regain consciousness until later.
Χτυπήθηκε λιποθυμώντας και δεν επανήλθε στην αίσθηση παρά αργότερα.
Λεξικό Δέντρο
senselessly
senselessness
senseless
sense



























