Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unthinking
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unthinking
συγκριτικός βαθμός
more unthinking
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unthinking destruction of the old building seemed wasteful and unnecessary.
Η ασυλλόγιστη καταστροφή του παλιού κτιρίου φαινόταν σπατάλη και περιττή.
02
απερίσκεπτος, αδιάφορος
without care or thought for others
03
απερίσκεπτος, ασυλλόγιστος
mentally sluggish
unthinking
01
απερίσκεπτα, χωρίς σκέψη
in a thoughtless manner
γραμματικές πληροφορίες
Λεξικό Δέντρο
unthinkingly
unthinking
thinking
think



























