unthinking
un
ʌn
an
thin
ˈθɪn
thin
king
kɪng
king
unblinking

Ορισμός και σημασία του "unthinking"στα αγγλικά

unthinking
01

απερίσκεπτος, ασυλλογισία

acting without awareness or deliberate thought 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unthinking
συγκριτικός βαθμός
more unthinking
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His unthinking reply to the question showed he hadn’t truly considered it. 

Η ασυλλόγιστη απάντησή του στην ερώτηση έδειξε ότι δεν την είχε σκεφτεί πραγματικά.

02

απερίσκεπτος, αδιάφορος

without care or thought for others 
03

απερίσκεπτος, ασυλλόγιστος

mentally sluggish 
01

απερίσκεπτα, χωρίς σκέψη

in a thoughtless manner 
γραμματικές πληροφορίες

Λεξικό Δέντρο

unthinkingly
unthinking
thinking
think
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store