unthinking
Pronunciation
/ənˈθɪŋkɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "unthinking"στα αγγλικά

unthinking
01

απερίσκεπτος, ασυλλογισία

acting without awareness or deliberate thought
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unthinking
συγκριτικός βαθμός
more unthinking
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unthinking destruction of the old building seemed wasteful and unnecessary.
Η ασυλλόγιστη καταστροφή του παλιού κτιρίου φαινόταν σπατάλη και περιττή.
02

απερίσκεπτος, αδιάφορος

without care or thought for others
03

απερίσκεπτος, ασυλλόγιστος

mentally sluggish
01

απερίσκεπτα, χωρίς σκέψη

in a thoughtless manner
γραμματικές πληροφορίες

Λεξικό Δέντρο

unthinkingly
unthinking
thinking
think
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store