self-important
self
ˌsɛlf
σελφ
im
ɪm
ιμ
portant
pɔ:tnt
ποτντ

Ορισμός και σημασία του "self-important"στα αγγλικά

self-important
01

αυτάρεσκος, υπεροπτικός

having an exaggerated sense of one’s own value or importance 
self-important definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-important
συγκριτικός βαθμός
more self-important
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, behavior, evaluation
Παραδείγματα
The manager’s self-important attitude made it difficult for the team to approach him with concerns. 

Η αυτοσεβαστική στάση του διευθυντή έκανε δύσκολο για την ομάδα να τον πλησιάσει με ανησυχίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store