Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
secluded
01
απομονωμένος, ήσυχος
(of a place) quiet and away from people
Παραδείγματα
She enjoyed the serenity of her secluded home, far from the noise of the city.
Απολάμβανε την ηρεμία του απομονωμένου σπιτιού της, μακριά από τον θόρυβο της πόλης.
02
απομονωμένος, κρυμμένος
hidden from general view or use
Λεξικό Δέντρο
secluded
seclude



























