Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to seclude
01
απομονώνω, αποσύρομαι
to keep something or someone in a private or isolated place
Transitive: to seclude sb | to seclude oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
seclude
γ΄ ενικό πρόσωπο
secludes
ενεστώτα μετοχή
secluding
απλός αόριστος
secluded
παθητική μετοχή
secluded
Λεξικό Δέντρο
secluded
seclude



























