Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to seclude
01
απομονώνω, αποσύρομαι
to keep something or someone in a private or isolated place
Transitive: to seclude sb | to seclude oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
seclude
γ΄ ενικό πρόσωπο
secludes
ενεστώτα μετοχή
secluding
απλός αόριστος
secluded
παθητική μετοχή
secluded
Παραδείγματα
The novelist chose to seclude himself in a quiet cabin to focus on writing his book.
Ο μυθιστοριογράφος επέλεξε να απομονωθεί σε ένα ήσυχο καμπιν για να επικεντρωθεί στη συγγραφή του βιβλίου του.
Λεξικό Δέντρο
secluded
seclude



























