to seclude
sec
ˈsɪk
sik
lude
lu:d
lood
extrudebedewedrenewedaccrued

Ορισμός και σημασία του "seclude"στα αγγλικά

to seclude
01

απομονώνω, αποσύρομαι

to keep something or someone in a private or isolated place 
Transitive: to seclude sb | to seclude oneself
to seclude definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
seclude
γ΄ ενικό πρόσωπο
secludes
ενεστώτα μετοχή
secluding
απλός αόριστος
secluded
παθητική μετοχή
secluded
Παραδείγματα
The novelist chose to seclude himself in a quiet cabin to focus on writing his book. 

Ο μυθιστοριογράφος επέλεξε να απομονωθεί σε ένα ήσυχο καμπιν για να επικεντρωθεί στη συγγραφή του βιβλίου του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

secluded
seclude
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store