Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to seclude
01
απομονώνω, αποσύρομαι
to keep something or someone in a private or isolated place
Transitive: to seclude sb | to seclude oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
seclude
γ΄ ενικό πρόσωπο
secludes
ενεστώτα μετοχή
secluding
απλός αόριστος
secluded
παθητική μετοχή
secluded
Παραδείγματα
The monastery secludes its monks from the outside world to foster spiritual growth.
Το μοναστήρι απομονώνει τους μοναχούς του από τον έξω κόσμο για να προωθήσει την πνευματική ανάπτυξη.
Λεξικό Δέντρο
secluded
seclude



























