secluded
sec
ˈsɪk
sik
lu
lu:
loo
ded
dɪd
did
denudeddeluded

Ορισμός και σημασία του "secluded"στα αγγλικά

01

απομονωμένος, ήσυχος

(of a place) quiet and away from people 
secluded definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most secluded
συγκριτικός βαθμός
more secluded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They rented a secluded cabin in the mountains for their honeymoon. 

Νοίκιασαν ένα απομονωμένο καμπιν στα βουνά για το μήνα του μέλιτός τους.

02

απομονωμένος, κρυμμένος

hidden from general view or use 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store