Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scuttle
01
κινείται βιαστικά, τρέχει με μικρά βιαστικά βήματα
to move quickly and with short, hasty steps
Intransitive: to scuttle | to scuttle somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
scuttle
γ΄ ενικό πρόσωπο
scuttles
ενεστώτα μετοχή
scuttling
απλός αόριστος
scuttled
παθητική μετοχή
scuttled
Παραδείγματα
The spy scuttled through the dimly lit alley, trying to avoid detection.
Ο κατάσκοπος έτρεξε μέσα από το σκοτεινό δρομάκι, προσπαθώντας να αποφύγει την ανίχνευση.
02
σαμποτάρω, βυθίζω
to intentionally cause something such as a plan to fail
Transitive: to scuttle a plan or effort
Παραδείγματα
The rival company attempted to scuttle our marketing campaign by spreading false rumors
Η ανταγωνιστική εταιρεία προσπάθησε να ακυρώσει την καμπάνια μάρκετινγκ μας διαδίδοντας ψευδείς φήμες.
Scuttle
01
κουβάς άνθρακα, κιβώτιο άνθρακα
a container, often with a handle and spout, designed for holding and pouring coal onto a fire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scuttles
Παραδείγματα
He filled the scuttle with coal for the fireplace.
Γέμισε τον κουβά του κάρβουνου με κάρβουνο για το τζάκι.
02
καταπακτή, διάδρομος
an entrance or passageway equipped with a hatch, especially connecting decks on a ship
Παραδείγματα
The sailor climbed down the scuttle to reach the lower deck.
Ο ναύτης κατέβηκε μέσω του καταπακτή για να φτάσει στο κάτω κατάστρωμα.



























