Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scab
01
κάθαρμα, αχρείος
a contemptible or despicable person
offensive
slang
Παραδείγματα
That backstabbing scab sold out everyone to save his own skin.
Αυτός ο προδότης πούλησε όλους για να σώσει το δέρμα του.
02
κρούστα, πληγή
a dry, protective crust that forms over a healing wound as part of the body's natural healing process
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scabs
Παραδείγματα
The scab protected the cut on his chin as it transformed into new skin.
Η κρούστα προστάτευε την τομή στο πηγούνι του καθώς μετατρεπόταν σε νέα δέρμα.
03
απεργοσπάστης, σπασίκλας
an employee who continues working during a strike
offensive
Παραδείγματα
Crossing the line to become a scab ended his career with the union.
Η διέλευση της γραμμής για να γίνει απεργοσπάστης τερμάτισε την καριέρα του με το σωματείο.
04
απεργοσπάστης, αντικαταστάτης απεργού
a person hired specifically to replace a striking worker
offensive
Παραδείγματα
Temp agencies made a fortune supplying scabs during big strikes.
Οι εταιρείες προσωρινής απασχόλησης έκαναν περιουσία παρέχοντας απεργοσπάστες κατά τη διάρκεια μεγάλων απεργιών.
05
απεργοσπάστης, απεργοσπάστης
a worker who refuses to join a labor union
offensive
Παραδείγματα
Being labeled a scab cost him a lot of friendships on the job.
Το να χαρακτηριστεί ως απεργοσπάστης του κόστισε πολλές φιλίες στη δουλειά.
to scab
01
σχηματίζω κρούστα, καλύπτομαι με κρούστα
to form a scab, a crust of dry blood that forms over a wound as it recovers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scab
γ΄ ενικό πρόσωπο
scabs
ενεστώτα μετοχή
scabbing
απλός αόριστος
scabbed
παθητική μετοχή
scabbed
02
σπάω μια απεργία, δουλεύω κατά τη διάρκεια απεργίας
take the place of work of someone on strike



























