Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scaffold
01
σκαλωσιά, προσωρινή κατασκευή
a temporary arrangement erected around a building for convenience of workers
02
κρεμάλα, εσχαριά
a platform from which criminals are executed (hanged or beheaded)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scaffolds
to scaffold
01
σκαλώνω, υποστηρίζω
provide with a scaffold for support
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scaffold
γ΄ ενικό πρόσωπο
scaffolds
ενεστώτα μετοχή
scaffolding
απλός αόριστος
scaffolded
παθητική μετοχή
scaffolded
LanGeek



























