scaffold
Pronunciation
/ˈskæfəɫd/

Ορισμός και σημασία του "scaffold"στα αγγλικά

01

σκαλωσιά, προσωρινή κατασκευή

a temporary arrangement erected around a building for convenience of workers
scaffold definition and meaning
02

κρεμάλα, εσχαριά

a platform from which criminals are executed (hanged or beheaded)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scaffolds
to scaffold
01

σκαλώνω, υποστηρίζω

provide with a scaffold for support
to scaffold definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scaffold
γ΄ ενικό πρόσωπο
scaffolds
ενεστώτα μετοχή
scaffolding
απλός αόριστος
scaffolded
παθητική μετοχή
scaffolded
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store