Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
salient
01
εξέχων, σημαντικός
standing out due to its importance or relevance
επιδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most salient
συγκριτικός βαθμός
more salient
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
During the job interview, the candidate emphasized the salient achievements on their resume to showcase relevant experience.
Κατά τη συνέντευξη εργασίας, ο υποψήφιος τόνισε τα εξέχοντα επιτεύγματα στο βιογραφικό του για να επιδείξει τη σχετική εμπειρία.
02
προεξέχων, εμφανής
(of an angle) extending outward from a surface or structure
Παραδείγματα
The fortress had salient angles to maximize defensive coverage.
Το φρούριο είχε προεξέχουσες γωνίες για να μεγιστοποιήσει την αμυντική κάλυψη.
03
εραλδικός : απεικονίζεται να πηδά, με τα μπροστινά πόδια υψωμένα και το σώμα κεκλιμένο προς τα εμπρός
depicted in heraldry as a leaping figure with forelegs raised and body angled forward
Παραδείγματα
The lion was depicted in a salient pose on the heraldic shield.
Το λιοντάρι απεικονίστηκε σε αναπηδώντας στάση στο εραλδικό ασπίδα.
Salient
01
προεξοχή, προωθημένο τμήμα
a forward-pointing section of a military line that extends closest to enemy forces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
salients
Παραδείγματα
The troops advanced toward the enemy's salient.
Οι στρατιώτες προχώρησαν προς το προεξοχή του εχθρού.
Λεξικό Δέντρο
salient
sali



























