Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
salient
01
εξέχων, σημαντικός
standing out due to its importance or relevance
Παραδείγματα
The professor discussed the salient themes of the novel, focusing on the central ideas that shaped the narrative.
Ο καθηγητής συζήτησε τα εξέχοντα θέματα του μυθιστορήματος, εστιάζοντας στις κεντρικές ιδέες που διαμόρφωσαν την αφήγηση.
02
προεξέχων, εμφανής
(of an angle) extending outward from a surface or structure
Παραδείγματα
The architect emphasized the building's salient edges.
Ο αρχιτέκτονας τόνισε τις προεξέχουσες άκρες του κτιρίου.
03
εραλδικός : απεικονίζεται να πηδά, με τα μπροστινά πόδια υψωμένα και το σώμα κεκλιμένο προς τα εμπρός
depicted in heraldry as a leaping figure with forelegs raised and body angled forward
Παραδείγματα
The knight's banner bore a salient stag in gold.
Το λάβαρο του ιππότη έφερε ένα αλματώδη ελάφι σε χρυσό.
Salient
01
προεξοχή, προωθημένο τμήμα
a forward-pointing section of a military line that extends closest to enemy forces
Παραδείγματα
The salient became the focal point of the conflict.
Το προεξέχον έγινε το επίκεντρο της σύγκρουσης.
Λεξικό Δέντρο
salient
sali



























