Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bastardization
01
εκφυλισμός, παραποίηση
the act of changing or copying something in a way that it no longer has the quality and value it used to
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bastardizations
Παραδείγματα
The politician ’s speech was seen as a bastardization of the original principles it was supposed to uphold.
Η ομιλία του πολιτικού θεωρήθηκε ως εκφυλισμός των αρχικών αρχών που υποτίθεται ότι θα υποστήριζε.
02
μπασταρδοποίηση, δήλωση μπάσταρδου
declaring or rendering bastard



























