Basuto
Pronunciation
/bæsˈuːɾoʊ/

Ορισμός και σημασία του "Basuto"στα αγγλικά

01

η διάλεκτος των Σόθο που ομιλείται από τους Μπασόθο· επίσημη γλώσσα του Λεσότο, η Μπασούτο

the dialect of Sotho spoken by the Basotho; an official language of Lesotho
Basuto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Basutos
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store