basuto
ba
su
ˈsu:
soo
to
təʊ
tew

Ορισμός και σημασία του "Basuto"στα αγγλικά

01

η διάλεκτος των Σόθο που ομιλείται από τους Μπασόθο· επίσημη γλώσσα του Λεσότο, η Μπασούτο

the dialect of Sotho spoken by the Basotho; an official language of Lesotho 
Basuto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Basutos

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store